Φωτιά στις αγορές έχει βάλει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ενώ ένα νέο κύμα ακρίβειας απειλεί τα νοικοκυριά, τα οποία ήδη βλέπουν ένα μεγάλο μέρος των αυξήσεων στους μισθούς και τις συντάξεις τους να εξανεμίζεται λόγω των ανατιμήσεων σε αγαθά και υπηρεσίες.
Μια εβδομάδα μετά την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, οι τιμές των καυσίμων έχουν τραβήξει την ανηφόρα, ενώ η «επιστροφή» μιας ενεργειακής κρίσης, με πιο μόνιμα χαρακτηριστικά, θα πυροδοτήσει νέο κύμα πληθωρισμού, θα επιβραδύνει την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και θα πλήξει τα δημόσια οικονομικά της χώρας.
Τις μεγαλύτερες απώλειες στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς προκαλούν οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα και τη στέγαση, που «τρώνε» πάνω από το 50% των μηνιαίων αποδοχών των νοικοκυριών, με την Ελλάδα να καταγράφει τη χειρότερη επίδοση στην ΕΕ, αναφορικά με το ποσοστό του εισοδήματος που ξοδεύουν για στέγαση τα νοικοκυριά. Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat τοποθετούν τη χώρα στην τελευταία θέση, καθώς αποκαλύπτουν ότι το 28,9% του πληθυσμού ξοδεύει για τη στέγαση το 40% του εισοδήματός του ή και παραπάνω.
Οι αυξήσεις στα καθαρά εισοδήματα από τη μείωση της φορολογίας που είδαν μισθωτοί και συνταξιούχοι από τις αρχές του έτους λόγω της μειωμένης παρακράτησης φόρου, αλλά και η νέα αύξηση στον κατώτατο μισθό που έρχεται την 1η Απριλίου, δεν επαρκούν για να καλύψουν το υψηλότερο κόστος ζωής σε αγαθά και υπηρεσίες και να αναβαθμίσουν το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 έκλεισε με τον μέσο μεικτό μισθό στα 1.363 ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος «Εργάνη». Σε σχέση με το 2024, που ο μέσος μισθός ήταν 1.342 ευρώ, η αύξηση ανέρχεται μόλις σε 1,56%, με τον πληθωρισμό να «τρέχει» με 2,6% το 2025. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η ελαφρώς υψηλότερη μεταβολή στις καθαρές αποδοχές, περίπου 1,78% για έναν εργαζόμενο με δύο παιδιά, το τελικό αποτέλεσμα δείχνει ότι ο μισθός αυξήθηκε, αλλά η αγοραστική δύναμη του εργαζόμενου συρρικνώθηκε ή στην καλύτερη περίπτωση έμεινε στάσιμη.
Η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη αν εξεταστεί η κατανομή των αποδοχών. Περίπου το 36,5% των εργαζομένων εξακολουθεί να λαμβάνει έως 1.000 ευρώ μεικτά μηνιαίως. Για αυτούς, η επίδραση της ακρίβειας είναι ακόμη εντονότερη, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους κατευθύνεται σε βασικές δαπάνες, δηλαδή σε τρόφιμα, ενοίκιο, ενέργεια και μετακινήσεις.
Ο μισθός τελειώνει σε 18 ημέρες
Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025, έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα και καλύπτει, κατά μέσο όρο, μόλις 18 ημέρες. Πάνω από τα μισά νοικοκυριά αναγκάζονται να περιορίσουν δαπάνες ακόμη και για βασικές ανάγκες, ενώ για τη μεγάλη πλειονότητα των νοικοκυριών η κατοικία παραμένει άπιαστο όνειρο. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι δυσκολίες δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται στα μεσαία στρώματα, διαβρώνοντας την κοινωνική συνοχή.
Σύμφωνα με σχετική ανάλυση της Alpha Bank, την περίοδο 2019-2024 το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 27,5%. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, σε πραγματικούς όρους, η αύξηση υπολογίζεται ότι δεν ξεπέρασε το 12,3%, εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού από το 2022 και μετά, και του κύματος ακρίβειας που έπληξε την οικονομία. Έτσι, καθίσταται ακόμα εμφανέστερη η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης τα τελευταία χρόνια.
Πηγή: newsbeast.gr
